• Επιθυμίες κι αισθήσεις εκόμισα(ν) εις την Τέχνην [2]…

    Δημοσιεύτηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2016 από admin στο Ενδιαφέροντα Άρθρα.

    (παράφραση του στίχου από το ποίημα του Κ. Καβάφη «Εκόμισα εις την Τέχνην»)

    Με τόλμη, δυναμισμό, μαχητικότητα, γενναιότητα και γενναιοδωρία, με επιθυμίες και αισθήσεις, κάποιες γυναίκες (πολλές, τελικά) διεκδίκησαν να γευτούν επί ίσοις όροις όσα στην εποχή τους ήταν προνόμια των αντρών. Κυρίως τη συμμετοχή τους στην καλλιτεχνική δημιουργία.

    Έχοντας σαν εργαλεία τις λέξεις, το χρώμα και τις φόρμες, το φως και τη σκιά, ή και το ίδιο τους το κορμί ακόμα, μεταμόρφωσαν την πραγματικότητα και έπλασαν τους δικούς τους κόσμους, όλο χυμούς και αρώματα, ήχους, λογισμούς και συναισθήματα. Και αυτούς τους κόσμους άπλωσαν μπροστά στα μάτια των συγχρόνων τους, αλλά τους άφησαν και ως παρακαταθήκη στις μελλοντικές γενιές ‒ μια παρακαταθήκη δύναμης και αποφασιστικότητας.

    Ουσιαστικά, μέσ’ από το έργο τους ούρλιαξαν τις αγωνίες τους, τα τραυματικά τους βιώματα, τις διαψευσμένες ελπίδες, τις προσδοκίες τους, την καταπίεσή τους από τους άντρες μέντορες, συντρόφους, πατεράδες.

    Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι γυναίκες έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη συνείδηση της ταυτότητάς τους, ευκαιρίες, ελευθερίες, εξουσίες και δικαιώματα, αξίζει να θυμηθούμε κάποιες από αυτές τις γυναίκες με όραμα, οι οποίες με το ταλέντο, το πρωτοπόρο τους πνεύμα, το ψυχικό τους σθένος κατάφεραν να αλλάξουν ‒μέσ’ από αναρίθμητες αντιξοότητες‒ τη μοίρα τους και τη ζωή τους, αλλά και να σφραγίσουν με το έργο τους την τέχνη που υπηρέτησαν.

    Σίλβια Πλαθ (1932-1963)

    Η εξομολογητική ποιήτρια με την ερμητική γραφή

    [...]Το να πεθαίνεις

    Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.

    Το κάνω εξαιρετικά καλά.

    Το κάνω έτσι που να μοιάζει κόλαση.

    Το κάνω έτσι που να φαίνεται αληθινό.

    Στοιχηματίζω πως θα μπορούσατε να πείτε ότι έχω χάρισμα.[…]

    Από το ποίημα «Λαίδη Λάζαρος»

    Πόσες φορές, άραγε, είχε πεθάνει, σκοτώνοντας τους εαυτούς που μισούσε, προτού χώσει το κεφάλι της στο φούρνο υγραερίου, μαζί με τις διαψευσμένες της προσδοκίες, εκείνο το πρωινό της 11ης Φεβρουαρίου; Μια αυτόχειρας που ξεχείλιζε οργή για την έμπνευση που στρίμωχνε ανάμεσα στο νοικοκυριό και δύο μωρά, για τους άντρες της ζωής της ‒τον πατέρα της, που έχασε σε τρυφερή ηλικία, και το σύζυγό της, ποιητή Τεντ Χιουζ, που την εγκατέλειψε για μια άλλη‒, για το σκοτάδι που πλημμύριζε την ψυχή της από τότε που σπούδαζε με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, παρά τις λαμπρές επιδόσεις της και τις επιβραβεύσεις.

    Εθισμένη στο παιχνίδι του θανάτου, από τη μια, καθώς είχε ήδη στο ενεργητικό της μια απόπειρα αυτοκτονίας, και προσπαθώντας, από την άλλη, να δείξει ότι πάλευε να αποκαταστήσει την ευαίσθητη ισορροπία της, τελικά αποφάσισε ότι η απεγνωσμένη κραυγή της έπρεπε να γίνει κραυγή συνειδητής εξαγγελίας.

    Η Σίλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστόνη. Μολονότι το ποιητικό της ταλέντο έτυχε αναγνώρισης από νωρίς (οι πρώτες συλλογές της, Χειμωνιάτικο Πλοίο και Κολοσσός, δημοσιεύτηκαν το 1960), εκείνη, βιώνοντας την απώλεια της πατρικής φιγούρας, υποκύπτει στη μοιραία γοητεία του Τεντ Χιουζ και αποσύρεται στη σκιά του. Η δύναμη, η επιβολή, η έλξη που της ασκεί την καθηλώνουν, αλλά η ίδια δηλώνει πως αυτό έψαχνε σε όλη της τη ζωή. «Έχω ερωτευθεί τρελά […] κάτι που καταλήγει μόνο σε μεγάλο πόνο», γράφει σε επιστολή της. «Συνάντησα το δυνατότερο άντρα στον κόσμο˙ είναι απόφοιτος του Κέιμπριτζ, εξαιρετικός ποιητής. Είχα αγαπήσει το έργο του πριν τον συναντήσω. Είναι ένας σωματώδης, υγιής Αδάμ, με μια φωνή σαν τον κεραυνό του Θεού, τραγουδιστής, παραμυθάς, λιοντάρι, ένας οδοιπόρος που ποτέ δε θα πάψει να περιπλανιέται. Το χιούμορ του είναι το αλάτι της γης. Ποτέ δε γέλασα τόσο πολύ». Αλλά και πόσο γελάστηκε…

    Ακολουθώντας τον ως γυναίκα του στο Λονδίνο, σίγουρη ότι θα αφοσιώνονταν οι δυο τους ψυχή τε και σώματι στην κοινή τους αγάπη, την ποίηση, βρίσκεται εγκλωβισμένη στο ρόλο της γραμματέως του και μητέρας των παιδιών που αποκτούν, αφήνοντας τις δικές της ποιητικές αναζητήσεις για τα ξημερώματα, στο τραπέζι της κουζίνας, ανάμεσα στα μπιμπερό και τις μωρουδιακές κρέμες.

    Και η χαριστική βολή στον εύθραυστο ψυχισμό της δίνεται όταν εκείνος αποδεικνύεται άπιστος.

    Τότε, όμως, είναι που απογειώνεται η προσωπική της γραφή, στα ποιήματα που έγραψε τους τελευταίους οχτώ μήνες της ζωής της (βρέθηκαν σ’ ένα μαύρο ντοσιέ με τον τίτλο Άριελ και Άλλα Ποιήματα, και ήταν αφιερωμένα στα παιδιά της). Σε αυτά χρησιμοποίησε κάθε συναισθηματική της εμπειρία, δε σπατάλησε τίποτε από όσα είχε αισθανθεί, κι όταν πήρε τον έλεγχο των συναισθημάτων της, μπόρεσε να συμπυκνώσει και να κατευθύνει την ένταση και το βαθύ στοχασμό της σε μια υπέροχη εξομολογητική αφήγηση.

    Η Σύλβια Πλαθ δεν ήταν μια ψυχή σε κατάσταση παραισθητική, αλλά μια ψυχή παλλόμενη, μια δημιουργός που θέλησε να ρίξει σκάλες στις πιο δυσπρόσιτες περιοχές της συνείδησης. Απλώς, αυτό που ανακάλυψε εκεί ήταν, ταυτόχρονα, μεγαλειώδες και τρομερό.

    Silvia Plath

    Η ποιήτρια που έδωσε φωνή στο σώμα, στην παραφορά, στα ιδιωτικά αδιέξοδα.

    Από την Ανθή Ροδοπούλου

    Επιμελήτρια εκδόσεων-Μεταφράστρια

    (Αναδημοσίευση από την περιοδική έκδοση για τη δημιουργία και τον πολιτισμό ΑΠΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΩΝ)

Τα σχόλια είναι κλειστά.