• Επιθυμίες κι αισθήσεις εκόμισα(ν) εις την Τέχνην…

    Δημοσιεύτηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2016 από admin στο Ενδιαφέροντα Άρθρα.

    (παράφραση του στίχου από το ποίημα του Κ. Καβάφη «Εκόμισα εις την Τέχνην»)

    Με τόλμη, δυναμισμό, μαχητικότητα, γενναιότητα και γενναιοδωρία, με επιθυμίες και αισθήσεις, κάποιες γυναίκες (πολλές, τελικά) διεκδίκησαν να γευτούν επί ίσοις όροις όσα στην εποχή τους ήταν προνόμια των αντρών. Κυρίως τη συμμετοχή τους στην καλλιτεχνική δημιουργία.

    Έχοντας σαν εργαλεία τις λέξεις, το χρώμα και τις φόρμες, το φως και τη σκιά, ή και το ίδιο τους το κορμί ακόμα, μεταμόρφωσαν την πραγματικότητα και έπλασαν τους δικούς τους κόσμους, όλο χυμούς και αρώματα, ήχους, λογισμούς και συναισθήματα. Και αυτούς τους κόσμους άπλωσαν μπροστά στα μάτια των συγχρόνων τους, αλλά τους άφησαν και ως παρακαταθήκη στις μελλοντικές γενιές ‒ μια παρακαταθήκη δύναμης και αποφασιστικότητας.

    Ουσιαστικά, μέσ’ από το έργο τους ούρλιαξαν τις αγωνίες τους, τα τραυματικά τους βιώματα, τις διαψευσμένες ελπίδες, τις προσδοκίες τους, την καταπίεσή τους από τους άντρες μέντορες, συντρόφους, πατεράδες.

    Σήμερα, σε μια εποχή όπου οι γυναίκες έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη συνείδηση της ταυτότητάς τους, ευκαιρίες, ελευθερίες, εξουσίες και δικαιώματα, αξίζει να θυμηθούμε κάποιες από αυτές τις γυναίκες με όραμα, οι οποίες με το ταλέντο, το πρωτοπόρο τους πνεύμα, το ψυχικό τους σθένος κατάφεραν να αλλάξουν ‒μέσ’ από αναρίθμητες αντιξοότητες‒ τη μοίρα τους και τη ζωή τους, αλλά και να σφραγίσουν με το έργο τους την τέχνη που υπηρέτησαν.

    ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ ΤΖΕΝΤΙΛΕΣΚΙ (1593-1656;)
    Η ζωγράφος με τις σπουδαίες πρωτιές

    «Ζωγραφίζω για την τιμή και την περηφάνια

    και την έκσταση και τη θλίψη και την αμφιβολία και τον έρωτα και τη λαχτάρα».

    «Έχω σκοπό να δείξω στην Εξοχότητά σας τι μπορεί να κατορθώσει μια γυναίκα που κρύβει στο στήθος της την καρδιά του Καίσαρα», έγραψε σ’ έναν από τους πάτρωνές της. Και πράγματι, η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι το έδειξε, όχι μόνο με το ρωμαλέο χρωστήρα της, αλλά και με τη θαρραλέα πορεία της ζωής της.

    Γεννήθηκε στη Ρώμη και, χάνοντας σε μικρή ηλικία τη μητέρα της, μεγάλωσε μέσα στο εργαστήρι του πατέρα της, Οράτιου, ζωγράφου που βρισκόταν στις παρυφές της εικαστικής ελίτ της εποχής. Εκτός από τις καλλιτεχνικές σπουδές της, όμως, δεν έλαβε καμία άλλη εκπαίδευση κι έμαθε γραφή και ανάγνωση όταν ήταν πλέον ενήλικη.

    Στα δεκαοχτώ της, κι ενώ έκανε τα πρώτα σημαντικά βήματα στη ζωγραφική, δίνοντας λαμπρά σημάδια της τολμηρής τεχνοτροπίας της στο έργο Η Σουζάνα και οι Πρεσβύτεροι, βιάστηκε από έναν έκλυτο φίλο του πατέρα της, ο οποίος αρνήθηκε στη συνέχεια να την παντρευτεί.

    Η καταγγελία του βιασμού από τον Οράτιο Τζεντιλέσκι, μόλις είδε ότι δεν υπήρχε προοπτική αποκατάστασης για την κόρη του, οδήγησε σε μια ταπεινωτική δίκη, η οποία άφησε ανεπούλωτα τραύματα στην ψυχή της Αρτεμισίας. Έχοντας χάσει την τιμή της εκτός γάμου, θεωρήθηκε ανήθικη και, επομένως, αναξιόπιστη μάρτυρας. Την ανέκριναν προκαλώντας της πόνο στα δάχτυλα, για να διαπιστώσουν ότι έλεγε την αλήθεια.

    Κατόπιν τούτου, και αφού είχε αντισταθεί στις πιέσεις του πατέρα της να μπει σε μοναστήρι, μοναδική επιλογή τής απέμεινε ο καθαρτήριος γάμος μ’ ένα θαμπό Φλωρεντινό ζωγράφο και έμπορο, τον Πιέτρο Στιατέζι, έναν άντρα πολύ μεγαλύτερης ηλικίας. Η βιαστική αναχώρησή της για τη θρυλική πόλη των Μεδίκων κλείνει την πρώτη πράξη της πολυκύμαντης ζωής της.

    Δεύτερη πράξη: Η εγκατάσταση στη Φλωρεντία σημάδεψε το ξεκίνημα της πορείας της Αρτεμισίας ως ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας. Ο θαυμασμός για το ταλέντο της ξεπέρασε το εμπόδιο της ταπεινής καταγωγής της και της έδωσε πρόσβαση σε κύκλους καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος, όπως αυτοί που συναντιούνταν στο σπίτι του Μπουοναρότι, ανιψιού του Μιχαήλ Άγγελου και μεγάλου θαυμαστή της.

    Εκεί γνώρισε όχι μόνο τον Γαλιλαίο και άλλες επιφανείς προσωπικότητες, με τις οποίες διατηρούσε αλληλογραφία, αλλά και τον ευγενή Φραντσέσκο Μαρία ντι Νικολό Μαρίνγκι, ο οποίος έγινε ο ισόβιος εραστής και οικονομικός υποστηρικτής της. Το 1616, με τη στήριξη ισχυρών συναδέλφων της και πλούσιων φιλότεχνων, η Αρτεμισία έγινε η πρώτη γυναίκα-μέλος της φημισμένης Ακαδημίας Σχεδίου της Φλωρεντίας.

    Μια γυναίκα ζωγράφος στον ελεύθερο επαγγελματικό στίβο και όχι στην προστατευτική αφάνεια του πατρικού εργαστηρίου, όπως συνηθιζόταν, δεν ήταν εύκολη υπόθεση στα ταραγμένα χρόνια του πρώιμου Μπαρόκ στην Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι υπήρξε η πρώτη γυναίκα ζωγράφος που έστησε και διοικούσε μεγάλο ατελιέ με πολυάριθμους βοηθούς, απολαμβάνοντας τη φήμη και την καταξίωση.

    Τρίτη Πράξη: Στα τέλη της δεκαετίας του 1630 ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου ο Οράτιος Τζεντιλέσκι ήταν ζωγράφος της Αυλής από το 1626. Πιστεύεται ότι πήγε εκεί για να βοηθήσει τον ηλικιωμένο πατέρα της να τελειώσει μερικές νωπογραφίες στο μέγαρο της βασίλισσας στο Γκρίνουιτς. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στη Νάπολι, μια πόλη που δεν της άρεσε πολύ, σύμφωνα με ορισμένα γράμματά της, κι εκεί τη βρήκε ο θάνατος, πιθανώς από το λοιμό που εξόντωσε και άλλες ηγετικές μορφές της τέχνης.

    Σε όλη της τη ζωή, η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι ακροβατούσε ανάμεσα στην ιδιότητα της μητέρας (είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά) και της ζωγράφου. Ανάμεσα στο πάθος και στις συμβάσεις. Η ψυχή της, ανήσυχη αλλά και μαυρισμένη από το συμβάν του βιασμού, που κανείς δεν της συγχώρησε, δεν μπορούσε να βρει γαλήνη, παρά μόνο στη ζωγραφική. Η οργή της, μην μπορώντας να εκτονωθεί με διαφορετικό τρόπο, αποτυπωνόταν στους πίνακές της. Επηρεασμένη από το ρεαλισμό του Καραβάτζιο, ζωγράφισε πολλά σκοτεινά, βίαια έργα, με πρωταγωνίστριες γυναίκες που στρέφονται κατά των αντρών, σκηνοθετώντας πάλι και πάλι, με σαδιστική εμμονή, την ίδια εκδικητική τελετουργία του αίματος.

    Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι κατάφερε, τελικά, να αντιστρέψει τις ατυχίες του φύλου της: ελεύθερη και ανεξάρτητη, η famosissima pittrice (διάσημη ζωγράφος) αποδείχτηκε ικανότατη στη διαχείριση του ταλέντου της, γνώρισε ημέρες δόξας, κατέκτησε την υψηλότερη και πιο απαιτητική πελατεία και επηρέασε, και αυτή με τη σειρά της, τη ζωγραφική του Μπαρόκ. Ωστόσο, λίγο πριν πεθάνει έγραψε με πίκρα σ’ ένα μαικήνα πελάτη της: «Το όνομα και μόνο μιας γυναίκας γεννά την αμφιβολία, πριν ακόμα δουν και κρίνουν το έργο της». 

    Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη.

    Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη.Η γυναικεία μορφή που κρατάει το ξίφος είναι η ίδια η ζωγράφος.

    Από την Ανθή Ροδοπούλου

    Επιμελήτρια εκδόσεων-Μεταφράστρια

    (Αναδημοσίευση από την περιοδική έκδοση για τη δημιουργία και τον πολιτισμό ΑΠΟΘΗΚΗ ΤΕΧΝΩΝ)

Τα σχόλια είναι κλειστά.